Στο βόρειο τμήμα της ανατολικής πτέρυγας του συγκροτήματος της Αγοράς, ανάμεσα στο ωδείο και στη σημερινή οδό Ολύμπου, αναγνωρίστηκε ανασκαφικά ο χώρος του νομισματοκοπείου της πόλης εικ 1. Οι εργασίες αποκάλυψαν στο βόρειο πέρας του ανασκαμμένου χώρου ναόσχημο κτίριο εμβαδού 90τ.μ. με τρεις κόγχες στην ανατολική πλευρά του, τμήμα του οποίου εκτείνεται κάτω από την παρειά της οδού Ολύμπου. Η τοιχοποιία εικ 2 αποτελείται από μικτή αργολιθοδομή με δύο σωζόμενες ζώνες έξι σειρών πλίνθων η καθεμία ενώ οι γωνίες είναι ολόπλινθες με εισχωρήσεις στην αργολιθοδομή. Το κτίριο τυπολογικά είναι όμοιο με κτίριο που υπάρχει σε αντίστοιχη θέση της Αγοράς των Φιλίππων ο σχεδιασμός της οποίας είναι όμοιος με αυτόν της Αγοράς της Θεσσαλονίκης. Στην περιοχή του ναόσχημου κτιρίου και προς τα νότια αποκαλύφθηκαν τέσσερις χαλκευτικοί κλίβανοι εικ 3-4 ενώ σε έναν από αυτούς ήρθε στο φως ένα μοναδικό εύρημα που οδήγησε και στην ταύτιση του χώρου ως νομισματοκοπείο. Πρόκειται για πήλινες μήτρες για την κατασκευή πετάλων νομισμάτων μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ένα τμήμα με τέσσερα χάλκινα πέταλα κολλημένα στην αρχική τους θέση εικ 5. Η λειτουργία του νομισματοκοπείου στον χώρο της αγοράς, με διαδοχική χρήση των μεταλλευτικών κλιβάνων, καλύπτει μία περίοδο δύο περίπου αιώνων, από τα τέλη του 2ου – αρχές 3ου αι. μ.Χ. έως το τέλος της επίσημης δημόσιας λειτουργίας της στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ.
Οι πήλινες μήτρες νομισμάτων
Οι πήλινες μήτρες νομισμάτων εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια των ανασκαφικών εργασιών του 1993 στο εσωτερικό ενός κλιβάνου εντός του ναόσχημου κτιρίου στο βόρειο τμήμα της ανατολικής πτέρυγας του συγκροτήματος της αρχαίας Αγοράς. Η ταύτιση των αρχικά αδιάγνωστων και σε θραυσματική κατάσταση διατήρησης ευρημάτων επιβεβαιώθηκε από τον εντοπισμό ενός τμήματος με τέσσερα χάλκινα άμορφα νομίσματα - πέταλα στην αρχική τους θέση εικ 6. Η διαδικασία κατασκευής των μητρών και τα χαρακτηριστικά τους αποσαφηνίστηκαν κατά τη διάρκεια των εργασιών συντήρησης των πολυάριθμων επιμέρους τμημάτων τους εικ 7. Ομοιώματα πετάλων από κερί, σε διπλή στήλη οκτώ πετάλων η καθεμία, τοποθετούνταν στις δύο επιφάνειες πήλινης πλάκας η οποία στη συνέχεια καλυπτόταν περιμετρικά από δεύτερη πήλινη πλάκα αφήνοντας ακάλυπτο το κανάλι της χύτευσης. Συστοιχίες έξι τέτοιων στοιχείων ενώνονταν μεταξύ τους με πηλό, με κατάλληλη διαμόρφωση του χείλους της μήτρας στο άνω τμήμα. Κατόπιν ξήρανσης, οι μήτρες ψήνονταν στον κλίβανο του νομισματοκοπείου οπότε έλιωνε το κερί δημιουργώντας θέσεις (κυκλικές βαθύνσεις) για 32 πέταλα σε κάθε επιμέρους πλάκα, συνολικά 192 σε κάθε μήτρα. Συγκολλήθηκαν και αποκαταστάθηκαν τμηματικά τρείς μήτρες (το σύνολο των σωζόμενων θραυσμάτων, ωστόσο, υπολογίστηκε ότι αντιστοιχούν σε περισσότερες από 16), μια εκ των οποίων παρέχει πληροφορίες για τις διαστάσεις τους, σύμφωνα με τις οποίες το πλάτος και το ύψος ήταν περίπου 0,15μ. ενώ το πάχος 0,055μ. Ακολουθούσε η χύτευση του μετάλλου μετά την πήξη του οποίου και το προσεκτικό σπάσιμο των πήλινων μητρών, προέκυπταν ορμαθοί άμορφων πετάλων τα οποία σφραγίζονταν και κατόπιν διαχωρίζονταν για την τελική κατασκευή των νομισμάτων.
Διαπιστώθηκαν συνολικά πέντε μεγέθη χυτών πετάλων. Στη συντριπτική πλειονότητά τους είχαν διάμετρο 0,016μ. και πιθανότατα σχετίζονται με την τελευταία κοπή που πραγματοποιήθηκε στον χώρο ενώ τα υπόλοιπα με προγενέστερες κοπές. Αυτό επιβεβαιώνεται μεταξύ άλλων και από την παρουσία σειράς μεταλλευτικών κλιβάνων στον χώρο η χρήση των οποίων τεκμηριώνεται σε επάλληλες, διαδοχικές περιόδους.






