Η νοτιότερη αίθουσα της ανατολικής πτέρυγας σχετίζεται με τη διοικητική λειτουργία του συγκροτήματος της Αγοράς και ειδικότερα με το αρχείο της πόλης εικ 1.
Ο χώρος έχει διαστάσεις 9,30x8,10μ. και η τοιχοποιία του αποτελείται από μικτή αργολιθοδομή. Σε μεταγενέστερες της αρχικής φάσης του χώρου επεμβάσεις στην τοιχοποιία του νότιου και του ανατολικού τοίχου και σε ύψος 0,80μ. από το δάπεδο κατασκευάζεται συνεχής ζώνη γωνιόλιθων εικ 2 η οποία σχετίζεται με την προστασία των τοίχων από την ανερχόμενη υγρασία λόγω της ανύψωσης της στάθμης του εξωτερικού χώρου. Κατά την ανασκαφική έρευνα του εσωτερικού του διαπιστώθηκε η ύπαρξη εσοχών διανοιγμένων στον βόρειο τοίχο οι οποίες θα εξυπηρετούσαν την προσαρμογή ξύλινων ραφιών για την τοποθέτηση και φύλαξη παπύρων – δημοσίων εγγράφων (ψηφίσματα, συμβόλαια, ληξιαρχικά στοιχεία κ.ά.) που σχετίζονταν με τη διοίκηση της πόλης. Το κτήριο λειτούργησε τουλάχιστον έως τα μέσα του 4ου αι. μ.Χ. όταν το ανατολικό του τμήμα κατεδαφίστηκε.
Στο χώρο του αρχείου εντοπίστηκε τμήμα από μαρμάρινο αττικό τραπεζοφόρο εικ 3-4, δηλαδή μια βάση μαρμάρινου τραπεζιού με ένα και μοναδικό στήριγμα. Το γλυπτό που χρονολογείται στα μέσα του 3ου μ. Χ. αιώνα εκτίθεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης εικ 5. Απεικονίζει το Διόνυσο μετά από οινοποσία, υποβασταζόμενο από ένα σάτυρο, ενώ διατηρεί ίχνη από κόκκινο και κίτρινο χρώμα. Είναι κατασκευασμένο από ένα ενιαίο κομμάτι λευκού, λεπτόκοκκου μαρμάρου και σώζεται σε ύψος 0,72μ. Οι μορφές του Διονύσου και του Σατύρου αποδίδονται γυμνές, σε όρθια στάση μπροστά από δύο ανισοϋψείς κορμούς δέντρων η επιφάνεια των οποίων διακοσμείται από άμπελο με πλατύ φύλλωμα και καρπούς. Ο ψηλότερος κορμός, φαρδύτερος στο άνω τμήμα του, αποτελούσε το κατακόρυφο στήριγμα του οριζόντιου μέλους του τραπεζοφόρου.




