Πριν την Αγορά
Ο χώρος της Αρχαίας Αγοράς, όπως διαπιστώθηκε ανασκαφικά, παρουσιάζει επάλληλες φάσεις χρήσης κατά την αρχαιότητα, η πρωιμότερη εκ των οποίων ανάγεται στην ελληνιστική περίοδο. Σποραδικά αρχιτεκτονικά λείψανα στο ανατολικό τμήμα σχετίζονται με την πρώτη κατοίκηση του χώρου, ενώ κατάλοιπα εργαστηριακών υποδομών (π.χ. λάκκοι, πασσαλότρυπες κ.ά.) στον χώρο της πλατείας αλλά και νοτιότερα σε συνδυασμό με τα κινητά ευρήματα τεκμηριώνουν την εργαστηριακή χρήση του χώρου από το τελευταίο τέταρτο του 3ου αι. π.Χ. για την εκμετάλλευση του πηλού της περιοχής και την παραγωγή κεραμικών προϊόντων.
Οργανωμένη οικιστική εγκατάσταση ιδιωτικού χαρακτήρα τεκμηριώνεται στον χώρο από τα μέσα του 2ου αι. π.Χ., περίοδο κατά την οποία η ρωμαϊκή κυριαρχία εξαπλώνεται στο ανατολικό τμήμα της Μεσογείου. Η Μακεδονία, μετά την ήττα του Περσέα από τους Ρωμαίους στην Πύδνα το 168 π.Χ. και την αποτυχημένη προσπάθεια απελευθέρωσης το 148 π.Χ. με επικεφαλής τον Ανδρίσκο, γίνεται οριστικά ρωμαϊκή επαρχία και η Θεσσαλονίκη αποτελεί την έδρα του Ρωμαίου διοικητή της. Η οικιστική χρήση του χώρου που συμπίπτει χρονικά με την αρχή της ρωμαιοκρατίας στην περιοχή διαρκεί έως και τον 1ο αι. μ.Χ., ενώ στην ίδια περίοδο ανάγεται χρονολογικά και το συγκρότημα του λουτρού - βαλανείου που ανασκάφθηκε στο ΝΑ τμήμα, εκτός των ορίων του συγκροτήματος της Αγοράς. Την περίοδο αυτή, το διοικητικό και λατρευτικό κέντρο της πόλης τοποθετείται σύμφωνα με τα ανασκαφικά ευρήματα στον δυτικό της τομέα, στην περιοχή της πλατείας Διοικητηρίου.
Η Αγορά
Η πόλη, λόγω της σημαντικής γεωπολιτικής της θέσης και μετά από μία πρώτη περίοδο ιδιαίτερα αυστηρής διοίκησης και περιορισμών, αποκτά σταδιακά προνόμια και ελευθερίες και αναπτύσσεται σε ένα ισχυρό αστικό κέντρο με μεγάλη οικονομική, εμπορική και πολιτιστική ανάπτυξη. Ορόσημο για την περαιτέρω ανάπτυξή της θα αποτελέσει η ανακήρυξή της σε «ελεύθερη πόλη» (civitas libera) κατά τους πρώιμους αυτοκρατορικούς χρόνους (42 π.Χ.) από τον αυτοκράτορα Μάρκο Αντώνιο. Το νέο καθεστώς στο οποίο περιήλθε η πόλη, δηλαδή η απόσυρση της ρωμαϊκής φρουράς από αυτή και κυρίως η απαλλαγή της από την καταβολή φόρων, σηματοδοτεί μία νέα αναπτυξιακή περίοδο κατά τη διάρκεια των πρώιμων αυτοκρατορικών χρόνων. Η πόλη σταδιακά επεκτάθηκε και εξελίχθηκε σε ένα από τα σημαντικότερα κέντρα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας χάρη στο σημαντικό της λιμάνι και την Εγνατία οδό. Οι αλλαγές αυτές επέβαλαν ένα νέο τρόπο διοίκησης, με συμμετοχή περισσότερων πολιτών, παράλληλα με τον Ρωμαίο διοικητή που είχε την έδρα του στο κτήριο της σημερινής πλατείας Διοικητηρίου.
Στο πλαίσιο αυτό, στα τέλη του 1ου αι. μ.Χ. η χρήση του χώρου της Αγοράς αποκτά δημόσιο χαρακτήρα με τη δημιουργία ενός συγκροτήματος αποτελούμενου από ένα βουλευτήριο σχεδόν ορθογώνιας κάτοψης, με αίθουσες εκατέρωθέν του στο ανατολικό τμήμα του αρχαιολογικού χώρου εικ 1-3. Η πρώτη αυτή φάση της Αγοράς διαρκεί έως τα μέσα του 2ου αι. μ.Χ. οπότε ξεκινά η διαμόρφωση του κύριου συγκροτήματος το οποίο θα αποτελέσει το διοικητικό κέντρο της για τους επόμενους δύο αιώνες.
Στα πλαίσια του πολύπλοκου συστήματος διοίκησης των ρωμαϊκών πόλεων οι Αγορές, ως πολυλειτουργικοί χώροι, διάσπαρτοι σε όλες τις σημαντικές πόλεις της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αποτελούσαν πολιτικά κέντρα λήψης σημαντικών διοικητικών αποφάσεων, παράλληλα με την εμπορική, λατρευτική, κοινωνική και ψυχαγωγική τους λειτουργία.
Ο όρος Αγορά ως παράγωγο του ρήματος αγείρω (=συγκεντρώνω) σημαίνει τον τόπο συνάθροισης. Οι πρώτες αγορές των ελληνικών πόλεων - κρατών αποτελούσαν ανοικτούς δημόσιους χώρους συγκέντρωσης, συναναστροφής και συναλλαγής των ελεύθερων πολιτών στο πλαίσιο δραστηριοτήτων με κοινωνικό, εμπορικό, θρησκευτικό, δικαστικό και πολιτικό χαρακτήρα. Οι αρχικά ανοιχτοί, ελεύθεροι χώροι των αγορών οργανώνονται σταδιακά κατά τους ελληνιστικούς και τους ρωμαϊκούς χρόνους σε ενιαία, αυστηρά οριοθετημένα αρχιτεκτονικά σύνολα με μνημειακό χαρακτήρα και βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα την προσθήκη στοών και κτιρίων γύρω από μία κεντρική πλατεία. Η αγορά των αυτοκρατορικών χρόνων αποκτά εντονότερο πολιτικό χαρακτήρα ως χώρος στέγασης δημόσιων υπηρεσιών και διοικητικό κέντρο, παραμένει ωστόσο τόπος συνάθροισης των πολιτών στο πλαίσιο λατρευτικών, εμπορικών, κοινωνικών και ψυχαγωγικών δραστηριοτήτων, η πλειονότητα των οποίων όμως μεταφέρεται σταδιακά σε νέους περιφερειακούς χώρους και κτίρια που ανοικοδομούνται γύρω από το συγκρότημα της αγοράς.
Η περίοδος των μέσων αυτοκρατορικών χρόνων (2ος – 3ος αι. μ.Χ.) κατά την οποία οικοδομείται το κύριο συγκρότημα της Αγοράς της Θεσσαλονίκης αποτελεί μία εποχή γενικότερης ευημερίας για τη Μακεδονία κατά τη διάρκεια της οποίας η πόλη διαγράφει μία εντυπωσιακή πορεία και αναγνωρίζεται ως η «πολυανθρωπότερη» της επαρχίας της Μακεδονίας. Η ακμή της στην εποχή των Αντωνίνων (138-193 μ.Χ.) και των Σεβήρων (192-235 μ.Χ.) αντανακλάται και στην εκτεταμένη οικοδομική δραστηριότητα που πιστοποιείται, εκτός από την κατασκευή του οικοδομικού συγκροτήματος της Αγοράς, από πλήθος μεγαλόπρεπων κτιρίων δημόσιου και ιδιωτικού χαρακτήρα. Επιπλέον, μέσα στον 3ο αι. μ.Χ., τα τείχη επισκευάζονται, ενισχύονται με προτείχισμα και τάφρο και επεκτείνονται προς τη θάλασσα, λίγο νοτιότερα της σημερινής οδού Μητροπόλεως, αυξάνοντας έτσι και την έκταση της εντός των τειχών πόλης.
Το συγκρότημα της αγοράς των αυτοκρατορικών χρόνων της Θεσσαλονίκης αναπτυσσόταν σε μήκος ενός σταδίου και καταλάμβανε συνολική έκταση διακοσίων περίπου στρεμμάτων που αντιστοιχεί σε τρισήμισι οικοδομικές νησίδες της αρχαίας πόλης. Ήταν οργανωμένο σε σχήμα Πι, ανοιχτό προς Βορρά, γύρω από μία ορθογώνια πλακόστρωτη πλατεία με μήκος 146μ. και πλάτος 97μ., στις τρεις πλευρές της οποίας (ανατολική, νότια και δυτική) αναπτυσσόταν διπλή, κιονοστήρικτη στοά κορινθιακού ρυθμού με ζώνη μίας σειράς δωματίων στο βάθος εικ 4-6.
Ο σχεδιασμός της κύριας φάσης ανάγεται πιθανότατα στην εποχή των Αντωνίνων, η ολοκλήρωσή της ωστόσο συνδέεται με την εποχή των Σεβήρων. Η ανοικοδόμηση ξεκίνησε από τις στενές πλευρές και σταμάτησε στον τέταρτο πεσσό της κρυπτής στοάς από τα ανατολικά, όπου διαπιστώνεται αλλαγή του μετρικού συστήματος με συνεπακόλουθη αλλαγή τη μεταβολή του εύρους των μεταξονίων και του αριθμού των κιόνων, δεδομένου του σταθερού μήκους της πλατείας.
Στον χώρο της πλακόστρωτης πλατείας ανιχνεύεται ανασκαφικά η διαμόρφωση του χώρου με εκσκαφή του βόρειου τμήματος και επιχωμάτωση του νότιου προκειμένου να εξομαλυνθεί η κλίση του εδάφους.
Η πρόσβαση στην πλατεία ήταν ελεύθερη από το βόρειο τμήμα, κατά μήκος του οποίου αναπτυσσόταν αρχαία οδός κάτω από το επίπεδο της σημερινής οδού Ολύμπου. Ένας δεύτερος μαρμαρόστρωτος δρόμος κατέληγε από τα ανατολικά στην είσοδο της νοτιοανατολικής γωνίας της αγοράς όπου οδηγούσε, επιπλέον, κτιστή κλίμακα από τα νότια, εξασφαλίζοντας την πρόσβαση στο επίπεδο των στοών. Η πρόσβαση στις στοές ήταν ελεγχόμενη μέσω προκαθορισμένων σημείων ενώ τα μετακιόνια διαστήματα ήταν φραγμένα με μαρμάρινα θωράκια.
Κάτω από τη διπλή νότια στοά και δεδομένης της φυσικής κλίσης του εδάφους, κατασκευάστηκε διπλή υπόγεια στοά (cryptoporticus), πιθανότατα με δημόσιο, αρχικά, αποθηκευτικό χαρακτήρα, η οποία λειτουργούσε και ως ανάλημμα της πλατείας. Διέθετε επαρκή αερισμό, ενώ ο περιορισμένος φωτισμός της εξασφαλιζόταν από θυρίδες λαξευμένες στην τελευταία βαθμίδα της νότιας κρηπίδας προς την πλευρά της πλατείας και ήταν ελεγχόμενος μέσω περιστρεφόμενων ξύλινων φύλλων. Στο επίπεδο της κρυπτής στοάς, 3,50μ. περίπου χαμηλότερα από το επίπεδο της Αγοράς, και κατά μήκος της αναπτύσσεται ζώνη μίας σειράς καταστημάτων με πρόσβαση από μαρμαρόστρωτο δρόμο στα νότια, συνολικού πλάτους 2,50μ., από τον οποίο εξασφαλίζεται μέσω δίδυμης θύρας η πρόσβαση, τόσο στο επίπεδο της νότιας στοάς της πλατείας με κτιστή κλίμακα, όσο και στην κρυπτή στοά.
Στο ανατολικό τμήμα του συγκροτήματος, προς τα τέλη του 2ου ή στις αρχές του 3ου αι. το προϋπάρχον βουλευτήριο καθαιρείται, προκειμένου να κατασκευαστεί ημικυκλικό στεγασμένο ωδείο, χωρητικότητας περίπου τετρακοσίων ατόμων. Στο β΄ μισό του 4ου αι. μ.Χ., ίσως στα χρόνια του Ιουλιανού, το ωδείο επεκτείνεται περαιτέρω, ενσωματώνοντας και τμήμα της εσωτερικής ανατολικής στοάς και μαζί με άλλες μετασκευές μετατρέπεται σε θέατρο με στόχο το νέο διευρυμένο κτίριο θεαμάτων να δέχεται περί τα δύο έως δυόμισι χιλιάδες θεατές. Ωστόσο, το νέο αυτό οικοδομικό πρόγραμμα φαίνεται με βάση τα ανασκαφικά δεδομένα ότι δεν ολοκληρώθηκε.
Εκατέρωθεν του ωδείου αναπτύσσονται χώροι δημόσιου χαρακτήρα εκ των οποίων ταυτίστηκαν το νομισματοκοπείο στα βορειοανατολικά και ο χώρος του δημόσιου αρχείου της πόλης στο νότιο πέρας της ανατολικής πτέρυγας.
Η περιοχή στην οποία ανοικοδομήθηκε το συγκρότημα της Αγοράς, δεδομένης και της φυσικής κλίσης του εδάφους, ήταν οργανωμένη σε βαθμιδωτά άνδηρα, όπως μαρτυρούν άλλωστε τα στοιχεία του ίδιου του συγκροτήματος (η ισοπέδωση του κυρίως χώρου για την ανοικοδόμησή του, η αναλημματική λειτουργία της Κρυπτής στοάς στα νότια, η κλίμακα ανόδου στο νοτιοανατολικό τμήμα) αλλά και τα πολεοδομικά στοιχεία και τα αρχιτεκτονικά λείψανα αρχαίων οικοδομημάτων γύρω από αυτό.
Στον ευρύτερο χώρο τεκμηριώνεται ανασκαφικά η παρουσία κτιρίων με δημόσιο χαρακτήρα και σε άμεση σύνδεση, λειτουργικά και τοπογραφικά, με την Αγορά. Στα νοτιοδυτικά, στον άξονα της μαρμαρόστρωτης εμπορικής οδού, βρισκόταν ένα συγκρότημα βεσπασιανών – εγκαταστάσεων για την κάλυψη αναγκών υγιεινής εικ 7-9. Στα νοτιοανατολικά, χωρίς να είναι δυνατό να καθοριστεί με ακρίβεια η θέση της, βρισκόταν η στοά των Ειδώλων εικ 10, των γνωστών Μαγεμένων – Incantadas, που αποτελούσε τμήμα ενός μεγάλου δημόσιου κτιρίου, πιθανότατα ενός συγκροτήματος Θερμών. Το μνημείο, ενταγμένο στον πολεοδομικό ιστό της εποχής ανάμεσα σε σπίτια και καταστήματα, διατηρήθηκε στη θέση του μέχρι το 1864, όταν ο απεσταλμένος του βασιλείου της Γαλλίας Miller το αποσυναρμολόγησε για να το μεταφέρει στη χώρα του. Νοτιότερα, στη συμβολή των σημερινών οδών Μητρ. Γεναδίου και Εγνατίας, η μνημειακή κρήνη εικ 11, ορατή και σήμερα σε χαμηλότερο επίπεδο από αυτό του σύγχρονου οδοστρώματος, συνδέεται άμεσα με τον Decumanus Maximus – Via Regia, την κεντρική μαρμαρόστρωτη οδό που διέσχιζε την πόλη στον άξονα Ανατολής – Δύσης, σημαντικά τμήματα της οποίας αποκαλύφθηκαν κατά τη διάρκεια των ανασκαφών για την κατασκευή του ΜΕΤΡΟ στους σταθμούς Αγ.Σοφίας και Βενιζέλου.
Στα βόρεια της Αγοράς και του αρχαίου δρόμου ο οποίος αναπτυσσόταν στον άξονα της σημερινής οδού Ολύμπου, σε χαμηλότερο επίπεδο από τον σύγχρονο, υψωνόταν το βόρειο άνδηρο του χώρου με σειρά από ιερά κτίρια που ολοκλήρωναν τον μνημειακό χαρακτήρα της περιοχής. Στο ανατολικό τμήμα του ανδήρου, στη συμβολή των σημερινών οδών Ολύμπου και Αγνώστου Στρατιώτη, αποκαλύφθηκαν δύο λειτουργικά ανεξάρτητα κτίσματα με λατρευτικό χαρακτήρα εικ 12. Πρόκειται για τμήμα ενός κτιρίου με κόγχες στη βόρεια πλευρά του και σε επαφή με τον δυτικό του τοίχο ένα δεύτερο μονόχωρο, μικρότερων διαστάσεων, κτίριο με ισομεγέθεις κόγχες στις τρεις πλευρές του. Τα δύο κτίρια διέθεταν χωριστές εισόδους στη νότια πλευρά τους, προς την περιοχή του αρχαίου δρόμου. Σύμφωνα με τα αρχιτεκτονικά στοιχεία τους και σε συνάρτηση με ένα ιδιαίτερα σημαντικό σύνολο γλυπτών που εντοπίστηκε κατά την ανασκαφή τους – ανάμεσά τους τμήματα του αγάλματος της Αθηνάς – Ιουλίας Δόμνας, απότμημα κεφαλής του αυτοκράτορα Τίτου και προτομή του Σεπτίμιου Σεβήρου – αλλά και τρεις ενεπίγραφες πλάκες με ονόματα της οικογένειας του Αλεξάνδρου που βρέθηκαν στο μεγαλύτερο κτίριο, η χρήση τους σχετίζεται με την αυτοκρατορική λατρεία. Οι ομοιότητες άλλωστε με το περίπου σύγχρονο συγκρότημα της Αγοράς των Φιλίππων ως προς το αρχιτεκτονικό σχέδιο, την οργάνωση του χώρου σε άνδηρα και τον λατρευτικό χαρακτήρα των κτιρίων του ψηλότερου ανδήρου ενισχύει την παραπάνω άποψη.
Μετά την Αγορά
Στα τέλη του 3ου αι. μ.Χ. ξεκινά με επικεφαλής τον αυτοκράτορα Διοκλητιανό η περίοδος της πρώτης Τετραρχίας κατά την οποία η Θεσσαλονίκη αποτελεί την πρωτεύουσα ενός εκ των τεσσάρων τμημάτων της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας υπό τη διοίκηση του Μαξιμιανού Γαλέριου. Στην εποχή του Γαλέριου η πόλη γνωρίζει μία νέα περίοδο ακμής κατά την οποία αναπτύσσεται ένα εκτεταμένο οικοδομικό σχέδιο που περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, και το ανακτορικό συγκρότημα στο ανατολικό τμήμα της πόλης. Τον 5ο αι. μ.Χ. το διοικητικό κέντρο της πόλης θα μεταφερθεί στο ανακτορικό αυτό συγκρότημα παράλληλα με τον περιορισμό του δημόσιου χαρακτήρα του συγκροτήματος της Αγοράς και την σταδιακή εγκατάλειψή του.
Ανασκαφικά, στην Αγορά, σε ό,τι αφορά την περίοδο αυτή από τον 5ο αι. μ.Χ. και εξής, διαπιστώνονται εργαστηριακές χρήσεις με διάνοιξη λάκκων για εξόρυξη πηλού στους περισσότερους χώρους και λειτουργία κεραμικών εργαστηρίων ενώ ειδικά διαμορφωμένοι κλίβανοι, αγγεία για την τήξη του μετάλλου, πήλινες και λίθινες μήτρες για την κατασκευή αντικειμένων από χαλκό ή πολύτιμα μέταλλα, μαρτυρούν τη λειτουργία μεταλλουργικών εργαστηρίων. Μετά τον 5ο αιώνα το ωδείο και η κρυπτή στοά μετατρέπονται σε δεξαμενές, παράλληλα με την κατασκευή και άλλων μικρότερων δεξαμενών διάσπαρτα στον χώρο στον οποίο, σε μικρή κλίμακα, διαπιστώθηκε επιπλέον και ταφική χρήση. Τα καταστήματα στα νότια της κρυπτής στοάς εξακολουθούν να λειτουργούν με περιοδικές μετασκευές για μεγάλο χρονικό διάστημα έως τον 13ο – 14ο αιώνα ενώ τα υπόλοιπα κτίρια εγκαταλείπονται και το οικοδομικό τους υλικό χρησιμοποιείται σε άλλα σημεία της πόλης.
Η υποβαθμισμένη λειτουργία του χώρου συνεχίζεται κατά τους βυζαντινούς χρόνους και κατά την οθωμανική περίοδο μέχρι την εγκατάσταση των ισπανόφωνων Εβραίων στην περιοχή τον 16ο αιώνα και την ίδρυση της εβραϊκής συνοικίας Ρογκός η οποία θα επιβιώσει μέχρι την καταστροφή της από τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917. Στην ευρύτερη περιοχή γύρω από την Αγορά ανοικοδομούνται σταδιακά σημαντικά μνημεία της Βυζαντινής και Οθωμανικής περιόδου, δηλωτικά και αυτά της διαχρονικής παρουσίας και της σημασίας του χώρου για την πόλη: η βασιλική του Αγίου Δημητρίου στα βορειοανατολικά, οι ναοί της Παναγίας Χαλκέων και του Αγίου Νικολάου καθώς και το οθωμανικό λουτρό Μπέη Χαμάμ (Λουτρά Παράδεισος) στα νότια.











