– 24 ...

Original Greek pangrams


(0)
αβγδεζηθικλμνξοπρστυφχψω
000000000000000000000000
That's a pangram! Save it!

Found pangrams [168]

  1. Ξεσκεπάζω την ψυχοφθόρα βδελυγμία. (34, 4)
  2. Βύθιζες ψηφιακά χόρτα ξαπλωμένε δόγη! (37, 5)
  3. Ξοπίσω, ραβδίζω φλεγματικά τα ψυχανθή. (38, 5)
  4. Θα ξεφύγω με βία στην ψυχεδελική πρόζα. (39, 7)
  5. Βράζω γόπες με το φθηνό λάδι και ξεψυχώ. (40, 8)
  6. Τρηχύν δ' υπερβάς φραγμόν εξύνθιζε κλώψ. (40, 6)
  7. Δε θα ζω σε φυγή πριν ξεβάψω καλά το χαμό. (42, 10)
  8. Ζωτικό ψέμα ή ειδεχθές ξέπλυμα βιογράφων; (41, 6)
  9. Θα ψάξω νέα χαζά φύλλα στο βρώμικο πηγάδι. (42, 8)
  10. Ξαφνικό, θορυβώδες ψέμα για ζαχαροπλάστη. (41, 5) *
  11. Πρόστυχη ζηλόφθονη Βαγδάτη και ξερό ψωμί. (41, 6)
  12. Απόψε κραδαίνω την ξιφολόγχη βυθιζόμενος. (41, 5)
  13. Εφτάψυχη ξυλόσομπα, δεν βράζω εγώ κριθάρι! (42, 6)
  14. Ζω μα βγήκα δεξιόστροφα, αψύ ανθυπολοχαγέ. (42, 6)
  15. Ζαφείρι δέξου πάγκαλο, βαθών ψυχής το σήμα. (43, 7) *
  16. Παρεξηγηθήκατε φίλε μου, ψευδίζω βήχοντας. (42, 5)
  17. Φώναζε οξύθυμα η λοχαγός κι απόψε το βράδυ. (43, 8)
  18. Χτυπώ ξελιγωμένους καβγατζήδες ψηφοθήρες. (41, 4)
  19. Αβροχίτων δ' ο φύλαξ, θηροζυγοκαμψιμέτωπος. (43, 5)
  20. Από χθες βαδίζω μαγικά ξύπνιε ψηλέ φωστήρα. (43, 7) *
  21. Βδελυρέ ξανθότριχε κωφέ, απομυζείς ψιλή γη. (43, 6)
  22. Ζηλεύω απόψε τον κάθε βραδύγλωσσο ξιφομάχο. (43, 6)
  23. Θα ξεδίνεις με ζωμό και ψυχρά παλαβά φαγητά. (44, 8)
  24. Ψυχοπαθής ερωτευμένος καβγαδίζει φιλόξενα. (42, 4)
  25. Αγκομαχούν προβλέψιμα έξω, δήθεν φωνάζοντας. (44, 5)
  26. Θα φέρω και ψητή βοδινή μπριζόλα χωρίς ξύγγι. (45, 8)
  27. Ξεψειρίζω δύσθυμα τον βαρύ φυγόπονο χασικλή. (44, 6)
  28. Ξεψύχησε φωνάζοντας εγκάρδια «Πολεμώ, θάβω!» (44, 5) *
  29. Ξυπνήστε γιδοβοσκοί, λάθος χωράφι ψεκάζουμε! (44, 5) *
  30. «Προσεδαφιστήκαμε βαθιά!» ξεφωνίζω λιγόψυχα. (44, 4)
  31. Βαδίζοντας ξεχνώ πια τα ψηφιακά μου θέλγητρα. (45, 7)
  32. Εξοστρακίζω τον μυώδη φιλάνθρωπο ψυχοβγάλτη. (44, 5)
  33. Φτωχοδιάβολος ξεψαχνίζει μύγες στην προθήκη. (44, 5) *
  34. Αβρός δ' εν προχοαίς Κύκλωψ φθογγάζετο μύρμηξ. (46, 7)
  35. Δοξάζω το πικρό άχθος των φοβερά υψηλών μάγων. (46, 8)
  36. Φώναζε ξανθέ: «Χάρτινοι γύπες με κολοβή δίψα!» (46, 7)
  37. Αρχέγονη επωδός ξεμαυλίζει βαθιά την κωφή όψη. (46, 7)
  38. Αφού το ξέρω πως δεν θα βγάζω κιλίμια, ψυχή μου! (48, 10)
  39. Βαδίζω χύμα, αψηφώντας πάγκους και ξερολιθιές. (46, 6)
  40. Γέμισε πυκνό φως η βδέλα ψιθυρίζοντας ξέχειλη. (46, 7) *
  41. Θλιβερό γαλάζιο δελφίνι ξεψύχησε κολυμπώντας. (45, 5) *
  42. Ο γλύπτης βαδίζει και ψάχνει τροφή ξεθεωμένος. (46, 7)
  43. Ψήθηκε σε ξεχωριστό φουγάρο η βοδινή μπριζόλα. (46, 7)
  44. Αξιοζήλευτα καθαρό δίχως ψεγάδι το βιμπράφωνο. (46, 6)
  45. Βραδιάζει η ψυχή και ξεφεύγει θολωμένη η πίστη. (47, 8)
  46. Ξαγρυπνώ, ζω κι απολαμβάνω τα χθεσινά ψηφιδωτά. (47, 7)
  47. Φρέσκες ψυχές ξεριζωμένες από βαθύ τρωγλοδύτη. (46, 6) *
  48. Γαντζώθηκε ψόφιος απ' το ξεχαρβαλωμένο δίκυκλο. (47, 6)
  49. Εκστόμιζε πομφόλυγες ως ξόανο δίχως ψηλό βάθρο. (47, 7) *
  50. Εξασφαλίζω μετριοπαθείς δυναμικές, ψυχοβγάλτη. (46, 4) *
  51. Θάβω την επαμφοτερίζουσα ψυχολογική δυσανεξία. (46, 5)
  52. Άδικα σε γυρεύω, φθηνή πρόβλεψη μίζερου ξενύχτη. (48, 7)
  53. Αφουγκράζεσαι την πρωινή βοή με θλίψη, ξενοδόχε. (48, 7)
  54. Βρίζω και θα ψέγω τον πυελώδη ξενόφερτο διχασμό. (48, 8)
  55. Ηθικοί φτωχοδιάβολοι με ψέγουν· ζητούν πράξεις! (47, 6)
  56. Σου ζητώ λίγη ψητή φάβα ξεδιάντροπε και μοχθηρέ. (48, 8)
  57. Φασκιωμένοι ψυχοθεραπευτές ξαναβγάζουν δήλωση. (46, 4) *
  58. Χωρίς βιασύνη η μαζική έξοδος· φυγή απ' τη θλίψη. (49, 9) *
  59. Ισχνοί ψαροτουφεκάδες ξεπάγωσαν με ζήλο το βυθό. (48, 7) *
  60. Ξεθεωμένα φίδια στον κήπο βελάζουν, ψυχορραγούν. (48, 6)
  61. Ο πανύψηλος αχθοφόρος ξημερωβραδιαζόταν γενικά. (47, 5)
  62. Ο φαλακρός επιδειξίας ζύγωσε τον ψύχραιμο βοηθό. (48, 7) *
  63. Ψηφίζουν δημαγωγικά· εξόχως θλιβερό αποτέλεσμα. (47, 5) *
  64. «Ήπιος βαθμός» φώναξε ο ψυχογιός δρασκελίζοντας. (48, 6) *
  65. Βγήκε θυμωμένος και φύσηξε δακρύζοντας λιπόψυχα. (48, 6) *
  66. Εγώ θωπεύω ξεψυχισμένα φυσικά, δίχως βαρετό ζήλο. (49, 7) *
  67. Ζοφερή και ξεψυχισμένη ψαλμωδία γότθων πληβείων. (48, 6)
  68. Κολλώδες αμφίβιο ξεθάβει ζωύφια από την ψυχρή γη. (49, 8)
  69. Μια αγέρωχη κορφή δεσπόζει ξέθωρη στο ψηλό βουνό. (49, 8)
  70. Ξαφνικά, του βελάζει υποχθόνια η ψωριασμένη γίδα. (49, 7)
  71. Ξεβγάζω τον καλόψυχο, γεροδεμένο φυσιοθεραπευτή. (48, 5)
  72. Ψάξε να βρεις πού θα ζητωκραυγάσουν δίχως φλέγμα. (49, 8) *
  73. Βάζω δίχτυα αγουροξυπνημένος· καλά ψάρια θα φέρω. (49, 7)
  74. Βυθίζομαι ξέφρενα και δίχως άγος στην ανυποληψία. (49, 7) *
  75. Δε γίνεται βοηθός με ξίφος χωρίς πιο ζεστή κάλυψη. (50, 9) *
  76. Δε γνωρίζω πως, μα η φακή βυθίζεται στο ψυχρό ξύλο. (51, 10) *
  77. Δεν ψάχνουν πια για ζωντανές βαφές μαξιλαροθήκης. (49, 7)
  78. Δηλώνω πως χάζεψα με τις ξέθωρες ζυγαριές, φοβικέ! (50, 8)
  79. Κλωθογυρίζω αδέξια, βεβιασμένα, χτυπημένο ψοφίμι. (49, 5)
  80. Τη θαυμάζω που φοράει ξανά κομψές, χλιδάτες γόβες. (50, 8)
  81. Ψυχωτικός ιθαγενής ξενοιάζει πρόδηλα φοβισμένος. (48, 5) *
  82. Δέχομαι, θα ξεχωρίζω! Και συμπληρώνω: βγες φωταψία! (51, 7) *
  83. Δες που γοργά ξεκοκαλίζω το βιός μα θρέφω την ψυχή. (51, 10)
  84. Ξαφνική ψυχοσωματική δυσθυμία ή περίεργη ζαβολιά; (49, 6)
  85. Όχι, δε θα ψηφίζω εγώ τις ξεπουλημένες κυβερνήσεις! (51, 8) *
  86. Ζημιώθηκε ξεροβήχοντας ο πανύψηλος δακτυλογράφος. (49, 5)
  87. Ξεψυχισμένος βιγλάτορας θρυμματίζει φτηνό πίδακα. (49, 5) *
  88. Πριν νύσταξει, βγήκε στο διάζωμα με ψάθινο φυλαχτό. (51, 8)
  89. Φλεγματικά χρώματα που εξοβελίζουν ψευδαισθήσεις. (49, 5) *
  90. Ξανθούλη και χαρωπέ ηδονοβλεψία, γιατί με φωνάζεις; (51, 7)
  91. Ξεπέζεψε με εγκληματική αιδώ ο αχθοφόρος στο βουνό. (51, 8) *
  92. Ο φλύαρος, ψαγμένος βοηθός έδειξε πως ζέχνει η κότα. (52, 9)
  93. Στο πεζικό δε θα φοβηθώ το ξερό ψωμί χωρίς γλουτένη. (52, 10)
  94. Φθηνά γεωτρύπανα ξεψαχνίζουν τη δική μας άβολη ζωή. (51, 8)
  95. Φιλόδοξη ραπτομηχανή γαζώνει άβουλα ψάθινη κλωστή. (50, 6)
  96. Δε βαρέθηκε να ξερογλείφεται, ψυχικά αποζημιωμένος. (51, 6)
  97. Θα βγουν να ξεψειριστούν οι φωνακλάδες χιμπατζήδες. (51, 7) *
  98. Ξανθέ εφαψία, ζύγισε τη βιοδιασπώμενη χαρτοσακούλα. (51, 6)
  99. Ο ξένος κληρικός δε θα βγει να φάει παχύ ζυμωτό ψωμί. (53, 11)
  100. Φτωχή ξυπόλητη αλεπού καβγαδίζει με σμήνος θράψαλα. (51, 7) *
  101. Ψιθυρίζω γονυπετής εξόχως διθυραμβικά φληναφήματα. (50, 5)
  102. Βρυχηθμός γύψινων λιονταριών δεσπόζει, ξεκουφαίνει. (51, 5) *
  103. Γαντζώθηκε ξεψυχισμένα από την φοβερή διελκυστίνδα. (51, 6)
  104. Μας βρίζει ξεδιάντροπα ο αήθης και φαύλος ψυχαγωγός. (52, 8)
  105. Ξεπαραδιαστήκαμε χθες ψωνίζοντας γόβες και φυλαχτά. (51, 6) *
  106. Προικισμένη ξελογιάστρα, διηθίζω την ψυχή του φόβου. (52, 7)
  107. Ψοφίμια πιθήκων ζέχνουν οξύ στα γαλάζια βραχώδη όρη. (52, 8)
  108. Βρεγμένοι ξυλουργοί πίνουν ψηφιακό ζύθο δίχως τέλος. (52, 7)
  109. Κραυγάζω για τα ξένα μεγαλεπήβολα σχέδια ψηφοθηρίας. (52, 7) *
  110. Ξεπρόβαλε γοργά ο ζηλόφθων, μεμψίμοιρος τυχοδιώκτης. (52, 6)
  111. Ξεχωρίζω ηθικές φωνές από αμιγώς ψεύτες βιβλιοδέτες. (52, 7)
  112. Ψάξε το χαιρέκακο φερέφωνο· βγάζει δηλώσεις πρόθυμα. (52, 7) *
  113. Κραύγαζε η βδέλλα καθώς έψαχνε τον ξιφία υπομονετικά. (53, 8)
  114. Ξεψαχνίζω τις μυθοπλασίες βολιδοσκόπησης, γνέφοντας. (52, 5) *
  115. Φέρτε πολλή βύνη και ξερό αζιμούθιο δίχως ψευδάργυρο. (53, 8)
  116. Ανησυχώ σφόδρα για την καθίζηση μα ήξερα την πρόβλεψη. (54, 9)
  117. Δε θα ξεχορτιαριάζω πλέον εγώ τον βυσσινόκηπο, ψοφίμι. (54, 8)
  118. Εξέχων φόβος τριγυρίζει· υψώνεται η Δαμόκλειος Σπάθη. (53, 7)
  119. Ζητάμε χίλια αψεγάδιαστα βιογραφικά έξυπνων ηθοποιών. (53, 6)
  120. Θα ζυγίσω χίλια εξακόσια εβδομήντα πέντε φρέσκα ψωμιά. (54, 8)
  121. Χαζεύω που αδιαφορεί εξεζητημένα, με γοτθικές βλέψεις. (54, 7)
  122. Δες ψηλά Ξένιε Ζευ, ο κύβος ερρίφθη· γαία πυρί μειχθήτω! (56, 10)
  123. Εξασφαλίζω διεπιστημονική ενημέρωση βοηθών ψυχολόγων. (53, 5)
  124. Η βοηθός του δοκιμιογράφου πασχίζει ξανά για λίγο ψωμί. (55, 9) *
  125. Η εξέχουσα φερώνυμη οικογένεια διστάζει θλιβερά απόψε. (54, 7)
  126. Βγήκε και φώναξε πως θυσίασε πλούτη, μα κέρδιζε ψίχουλα. (56, 9) *
  127. Θα συχνάζω στο μικρό ξύλινο καφέ δίπλα στη γύψινη βρύση. (56, 10)
  128. Ψυχρή σκηνή ζηλοτυπίας γιδοβοσκού με θύματα στο ξέφωτο. (55, 8) *
  129. Διαφυλάξτε γενικά τη ζωή σας από βαθειά ψυχικά τραύματα. (56, 9) *
  130. Ζητώ βοηθό με εξειδίκευση στα παραψυχολογικά φαινόμενα. (55, 7)
  131. Ξέρεις πως δε ζουν καλά χωρίς βαθμοφόρους στην ψαραγορά. (56, 9) *
  132. Πολύ θλιβερό ψυχεδελικό τραγούδι με εξεζητημένες φωνές. (55, 7)
  133. Φωτίζω το χυδαίο μένος που εξέθρεψε την ανεξέλεγκτη βία. (56, 9)
  134. Άθλια βιοενέργεια της ζοφερής ψυχοδυναμικής αποξένωσης! (55, 6) *
  135. Αμφισβητώ γλυκά την εξεζητημένη συνεδρία ψυχοθεραπείας. (55, 6) *
  136. Απόψε βαδίζει η εαρινή σύναξις των εχέμυθων αγροφυλάκων. (56, 8) *
  137. Εδώ χάθηκε περίφημος γεωπόνος ζαρζαβατικών υψηλής αξίας. (56, 7)
  138. Λαχταρώ να δείξω τα μπιφτέκια στη ζαβή θυγατέρα του ψήστη. (58, 10)
  139. Γόης φιλότεχνος αποκάλυψε θριαμβευτικά πως ψηφίζει δεξιά. (57, 7)
  140. Δυσανασχετώ, μα βγάζω φιλικά την ξινομυζήθρα απ' το ψυγείο. (59, 9)
  141. Προσδιορίζω μεγαλοφώνως την ξύλινη ψυχοσύνθεση του κύβου. (57, 7) *
  142. Άδικα θα ξεροσταλιάζει υποβασταζόμενη για μια χούφτα ψωμί. (58, 8)
  143. Νομίζω πως γενικά δεν ψήλωσε πολύ το μυξιάρικο βρέφος χθες. (59, 10) *
  144. Ψυχοφθόρα η ζωή στο Βασίλειο γαμώτο· ξεπεσμός δικαιωμάτων! (58, 8) *
  145. Αναξιοπαθούντες ψευδίζουν «Φενάκη!» στο συμβούλιο αρχηγών. (58, 6) *
  146. Γνωρίζω τα χυδαία ψεύδη του ξιπασμένου, θλιβερού συκοφάντη. (59, 8)
  147. Εδώ σφαγιάσθηκαν με ζήλο και βοή οι άψυχοι πραξικοπηματίες. (59, 9) *
  148. Ζηλιάρηδες ψήφοι με γραπώνουν και βρυχώνται εξουθενωμένοι. (58, 7)
  149. Ζημιογόνος, επιβεβλημένη εξουσία των διχαστικών ψηφοθήρων. (58, 6) *
  150. Φεύγει ο ψεύτης ποδηλάτης· ξερνοβολάει χώμα και θεϊκό ζόφο. (59, 9)
  151. Φτιασιδωμένη, όλο βλέψεις, ξεχώρισε η καλλίπυγος ζυθοποιός. (59, 7) *
  152. Ζαβλακωθήκαμε από την εξωφρενική, χυδαία υψηλή ζέστη στη γη. (60, 9)
  153. Ξεχώριζε τον γνήσιο κίνδυνο και το βαθύ ψύχος του παφλασμού. (60, 10) *
  154. Ο φετιχιστής βαδίζει θυμωμένος και ξυπόλητος στην ψαραγορά. (59, 8) *
  155. Βάδιζε ξεφωνίζοντας με χαρά και ηθικολογώντας υποψιασμένος. (59, 7) *
  156. Ξαναδοκιμάζω τη φοβερή κολοκυθόπιτα που έψησες για χάρη μου. (60, 9) *
  157. Ξεχαρβαλωμένοι γεροξεκούτηδες ή πεφωτισμένα εν ζωή θρύψαλα; (59, 7) *
  158. Πέρασαν από εδώ για ψάρι, φρέσκα βλήτα, ζοχιά και ξερό θυμάρι. (62, 11)
  159. Πράσινο, ώχρα και γαλάζιο· ψηφίδες με τάξη στο βυθό βαλμένες. (61, 10) *
  160. Ξεβράκωτες ψυχοπονιάρες τραγουδίστριες με ζηλεύουν φθονερά. (59, 6) *
  161. Ταχίστη αλώπηξ βαφής ψημένη γη δρασκελίζει υπέρ νωθρού κυνός. (61, 9) *
  162. «Εξωφρενική δουλοπρέπεια» ψέλλιζε, καθώς έβγαινε τεμαχισμένος. (62, 6) *
  163. Μεγαλεπήβολα «θα» ξεπαστρεύουν τη ζώσα φυσική δύναμη της ψυχής. (63, 9) *
  164. Ο Καλύμνιος σφουγγαράς ψιθύριζε πως θα βουτήξει χωρίς δισταγμό. (63, 9) *
  165. Μύξες, φτέρνισμα, βήχας, γλυκές ζαλάδες, θαρρώ δίχως υψηλό πυρετό. (66, 9) *
  166. Αμφιβάλλω για την εχεμύθεια εξεζητημένα σκωπτικών ψευδομαρτύρων. (64, 7)
  167. Η ψυχική διαστροφή προσφεύγει σε θλιβερή μωρία για να πνίξει τη ζωή. (68, 12)
  168. Φυλλορροούν οι ελπίδες της ψυχής· σβήνουν, ξεθωριάζουν, αγκομαχούν. (67, 8) *